ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΤΑΧΑΝΑΣ

Όλοι συγχωρούν τον ηττημένο μαχητή, κανείς τον ηττημένο τουρίστα

2020. Μια χρονιά που θα τη θυμούνται οι φίλοι του Παναθηναϊκού. Όχι μόνο γιατί οι Πράσινοι επέστρεψαν στην κορυφή του πρωταθλήματος μετά από 14 χρόνια, αλλά και γιατί το έκαναν με εμφατικό τρόπο απέναντι στον αιώνιο αντίπαλο.

Πολλές φορές μέσα στη χρονιά γράψαμε πως με την απόκτηση ξένου ακραίου το τριφύλλι θα άλλαζε τις ισορροπίες, θα έκλεινε κάπως την ψαλίδα και θα πετούσε το μπαλάκι στον Ολυμπιακό για αλλαγές.

Η απόκτηση του Τσάτσιτς ήταν ακριβώς αυτό που έλειπε για να αποφέρει καρπούς μια προσπάθεια που ξεκίνησε όταν το σωματείο βρέθηκε στο χείλος του γκρεμού μετά τον παρ’ ολίγον υποβιβασμό στην Κατερίνη από τη Νίκη Αιγινίου. Και βρεθήκαμε στην ημέρα που οι Πράσινοι πανηγύρισαν την κατάκτηση του τίτλου που δηλώνει την έναρξη κάτι καινούργιου. Ή καλύτερα, την προσπάθεια να διατηρηθεί ψηλά.

Το τριφύλλι πέταξε το μπαλάκι στους Ερυθρόλευκους για να κάνουν μια κίνηση που θα βελτίωνε την εικόνα στο δεύτερο μισό της σεζόν και θα αναβάθμιζε τα άκρα, ωστόσο κάτι τέτοιο δε συνέβη.

Αποδείχθηκε ξανά όπως και στα άλλα αθλήματα πως μια ομάδα πρέπει να αποδεικνύει ότι είναι φαβορί στο γήπεδο. Η ομάδα του Μουνιόθ σε καμία περίπτωση δεν έδειξε κάτι τέτοιο. Ο Παναθηναϊκός που έπαιζε χωρίς τον Στάροβιτς και με μοναδική αλλαγή τον Πανταλέοντα θα μπορούσε να πάθει χοντρή ζημιά αν ο Ολυμπιακός έπαιρνε το δεύτερο σετ στον Άγιο Θωμά.

Με τη διπλή αλλαγή του Μουνιόθ και την είσοδο του Κουμεντάκη σε ρόλο διαγωνίου, οι Πράσινοι θυμήθηκαν πως έχουν μπλοκ και όταν ισοφάρισαν σε 1-1, οι Ερυθρόλευκοι κατέβασαν διακόπτες.

Κι εδώ ερχόμαστε στο κομμάτι της ψυχολογίας. Τον Παναθηναϊκό δεν τον ένοιαζε που έπαιζε χωρίς αλλαγές, είχε όμως τρομακτική δίψα για τον τίτλο, εν αντιθέσει με τον Ολυμπιακό που ήταν αποκαρδιωτικός στα δύο τελευταία σετ και σερνόταν στο τάραφλεξ.

Το να χάσεις ένα πρωτάθλημα είναι απολύτως φυσιολογικό. Το να κατεβάζεις τα χέρια και να παραιτείσαι είναι το πρόβλημα. Δεν μιλάμε για άπειρους παίκτες. Μιλάμε για τον Πετρέα, τον Κουμεντάκη, τον Κοκκινάκη, ακόμα και τον Χουσάι, τον Τερβαπόρτι και τον Γκέργκι.

Προφανώς και το πρόβλημα έχει να κάνει με το γεγονός πως πολλοί επαναπαύτηκαν και δεν περίμεναν να συνεχιστεί το πρωτάθλημα στην Ελλάδα όταν σε όλες τις προηγμένες χώρες κατέβηκαν ρολά. Ήξεραν όμως την πάγια θέση του συλλόγου που αγωνίζονται, να παιχτούν στο γήπεδο οι αναμετρήσεις και δεδομένα από τη στιγμή που έχουν ένα συμβόλαιο θα έπρεπε να το τιμήσουν και όχι απλά να έρθουν σαν τουρίστες. Ειδικά η εικόνα του Χουσάι μένει χαραγμένη: Για τα παραπανίσια κιλά, το κατεβασμένο κεφάλι, την αδυναμία του να πάρει ένα μπλοκ άουτ και να κάνει ένα καλό σέρβις.

Στην τελική, θα έπρεπε κάποιος να τους έχει προϊδεάσει: σε όποιο άθλημα είχε προβάδισμα ο Ολυμπιακός και υπήρχαν έστω και αμυδρές ελπίδες να απειληθεί, αποφασίστηκε η συνέχεια της διοργάνωσης. Ο μόνος λόγος που διακόπηκαν οριστικά τα γυναικεία πρωταθλήματα σε βόλεϊ και μπάσκετ ήταν επειδή δεν μπορούσε κανείς να διανοηθεί πως ομάδες που έχουν ξεχάσει τι θα πει ήττα, θα προβληματίζονταν έστω και στο ελάχιστο.

Το θετικό στην ιστορία είναι πως εξ’ αρχής υπήρχε σχεδόν από όλες τις ομάδες η πρόθεση να συνεχιστεί το πρωτάθλημα. Έστω κι αν καθυστερήσαμε (πολύ) μέχρι να έρθει η ιδέα του Παναθηναϊκού για το ΟΑΚΑ, έγινε αυτό που έπρεπε: Τα πάντα κρίθηκαν στο τάραφλεξ, εκεί που το τριφύλλι κυριάρχησε.

Όσο για το αν παίζει ρόλο για την εικόνα των παικτών του Ολυμπιακού το γεγονός πως έχουν κλείσει σε άλλες ομάδες; Ρίξτε μια ματιά στα ξένα πρωταθλήματα. Σε τοπ ομάδες (στο βόλεϊ) οι συζητήσεις ξεκινούν από την άνοιξη, οι παίκτες ξέρουν που θα αγωνίζονται, αλλά τα δίνουν όλα. Γιατί έτσι κάνουν όλοι οι πραγματικοί επαγγελματίες.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας. Κάποιοι παίκτες είχαν νοοτροπία διακοπών. Θυμηθείτε απλώς πέρυσι τον Γκάβιν Σμιτ να αποχωρεί για να βρεθεί στα trials για το πρωτάθλημα της Κορέας που γύρισε τσακ-μπαμ μετά από ειδική (σύντομη) άδεια και έδωσε το «παρών» στους τελικούς. Αλλά, δεν είναι όλοι σαν τον Καναδό που τόσο αγωνιστικά όσο και εκτός των γραμμών ήταν πέντε κλάσεις πάνω από όλους τους ξένους του φετινού Ολυμπιακού.

Όσο για τον Μουνιόθ; Τρία χρόνια προσέφερε πολλά πράγματα στον Ολυμπιακό. Δε μιλάμε μόνο για εγχώριους τίτλους, αλλά και για συμμετοχή σε τελικό στην Ευρώπη. Είμαι κατά του μηδενισμού, ειδικά στην περίπτωση του Ισπανού.

Προσοχή: Δε λέμε εδώ πως δεν έκανε λάθη μέσα στην τριετία. Έχουμε δει να μένει κατά λάθος ο Ζουπάνης πασαδόρος στο τάραφλεξ, είδαμε να παίζει ο Ολυμπιακός με δύο πασαδόρους μαζί σε μία φάση κόντρα στον Φοίνικα, να ξεχνάει τον Βουλκίδη στον δεύτερο τελικό με τον Παναθηναϊκό και να βάζει διαγώνιο τον Κουμεντάκη.

Με τα καλά και τα άσχημα του έδωσε πράγματα στον σύλλογο. Γενικώς όμως το ανάθεμα και ο μηδενισμός δεν πρέπει να συγκεντρώνονται πάνω στο πρόσωπο του Μουνιόθ, ο οποίος φέτος δεν κατάφερε να παρουσιάσει μια ομάδα που να μπορεί να παίξει πολύ γρήγορο βόλεϊ και να αιφνιδιάζει τον αντίπαλο. Εν πολλοίς αυτό οφείλεται και στην κακή χρονιά του Τερβαπόρτι.

Κάθε χρονιά είναι διαφορετική στο άθλημα. Οι κινήσεις που γίνονται, οι παίκτες που αποκτώνται δείχνουν προς τα που θα πάει το πράγμα σε κάθε σύλλογο.

Ο Παναθηναϊκός έχει μπροστά του μια χρυσή ευκαιρία – εν αντιθέσει με άλλα τμήματα του Ερασιτέχνη – να εδραιωθεί και να πάρει αρχικά τη θέση που είχε καταλάβει ο ΠΑΟΚ τα τελευταία χρόνια.

Πέραν αυτού, είναι ευκαιρία να φύγει η μιζέρια από το τμήμα. Ναι, τα προβλήματα είναι πολλά, αλλά στο χθεσινό επίτευγμα δεν ταιριάζει η κακομοιριά που αποπνέει πολλές φορές. Την επόμενη μέρα την κοιτάς με αισιοδοξία και δεν αφήνεις τη μιζέρια του παρελθόντος να σε κυνηγάει.

Όπως λοιπόν όλα αυτά έμειναν πίσω και ο Παναθηναϊκός βγήκε από τη μαύρη τρύπα, έτσι θα πρέπει να προοδεύσει και να μπει σε τροχιά πρωταθλητισμού. Όχι άλλο κατεβασμένα κεφάλια. Ο πρωταθλητισμός θέλει το πάθος του Ρανγκέλ και τη δίψα του Ράπτη. Όχι τα «δεν έγινε και κάτι αν χάσουμε, παλεύουμε». Τα δίνεις όλα και έχεις υποχρέωση νίκης παντού και πάντα.

Όσον αφορά στον Ολυμπιακό, ο σχεδιασμός της επόμενης σεζόν έχει προχωρήσει αρκετά προκειμένου να διορθωθούν περσινά λάθη. Οι ξένοι αποτελούν παρελθόν, ο Κουμεντάκης συνεχίζει στον ΠΑΟΚ και το θέμα του Κοκκινάκη είναι ανοιχτό παρότι διατηρεί συμβόλαιο.

Το παν είναι όταν πέσεις να είσαι σε θέση να ξανασηκωθείς. Και στην περίπτωση των Ερυθρολεύκων, αυτό συνέβη και όταν έχασαν το πρωτάθλημα από τον ΠΑΟΚ. Η αλήθεια πάντως είναι πως με σωστές επιλογές –με ή χωρίς να δοθούν πολλά χρήματα- μπορείς να επιστρέψεις στην κορυφή. Σχέδιο θέλει.

ΥΓ: Ο Κουμεντάκης απέδειξε πως έχει πολύ συγκεκριμένο ταβάνι. Το δυσάρεστο για τον αθλητή είναι πως έχει εκπληκτικά χαρακτηριστικά, αλλά του λείπει η αυτοπεποίθηση. Ο 27χρονος ακραίος θα έχει μία ακόμα ευκαιρία στον ΠΑΟΚ (παρτενέρ του Μπατατζίμ) να αποδείξει πως μπορεί να αντεπεξέλθει στην πίεση και να ξαναβρεί τον εαυτό του.

Click to comment

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

To Top