Ολυμπιακός: Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

Ο Γιώργος Χαλάς κάνει την ανασκόπηση της ερυθρόλευκης χρονιάς που πέρασε και προσπαθεί να προσεγγίσει αυτή που έρχεται και που θα είναι έτσι κι αλλιώς ιστορική για Ολυμπιακό και Μαρτίνς

ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ

Όταν καταφέρνω να πνίξω μέσα μου την παρόρμηση για «προφητείες», όπως εκείνη στις 3 Οκτωβρίου για το Champions League, περιμένω υπομονετικά μέχρι να έρθει η ώρα κατά την οποία μπορεί να γίνει «ταμείο» με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Εν ψυχρώ και αποστασιοποιημένα από το πιο πρόσφατο – θετικό ή αρνητικό – αποτέλεσμα.

Νομίζω πως αυτή είναι η κατάλληλη ώρα για την ερυθρόλευκη ανασκόπηση της πιο ιδιαίτερης χρονιάς στη μεταπολεμική ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Όπως όλα δείχνουν, η σεζόν που πέρασε θα είναι η μοναδική κατά την οποία οι φίλαθλοι έμειναν μακριά από τα (ελληνικά και όχι μόνο) γήπεδα σε όλους τους αγώνες. Τον αντίκτυπο αυτής της ιδιαιτερότητας μπορούμε να τον εντοπίσουμε ευδιάκριτα σε όλα τα μεγάλα πρωταθλήματα. Και μόνο το γεγονός ότι στις έξι κορυφαίες λίγκες προέκυψαν πέντε διαφορετικοί πρωταθλητές τα λέει όλα.

Με εξαίρεση την Μπάγερν, που όσες γκέλες κι αν κάνει είναι αδύνατον να απειληθεί από τους εγχώριους αντιπάλους της, οι υπόλοιποι περυσινοί τιτλούχοι παρέδωσαν τα σκήπτρα τους. Μεταξύ αυτών η Γιουβέντους με τα εννιά σερί πρωταθλήματα αλλά και η Παρί που ουδείς διανοούταν ότι θα έχανε το τρόπαιο και μάλιστα από τη Λιλ.

 

Ό,τι έγραψα πιο πάνω για την Μπάγερν, ισχύει σε πολλαπλάσιο βαθμό για την περίπτωση του Ολυμπιακού. Με μια ματιά στους αντιπάλους του και μόνο, μπορούσες να καταλάβεις ότι δεν γινόταν να χάσει το πρωτάθλημα. Το πολύ – πολύ να ήταν μικρότερη η διαφορά από τους υπόλοιπους. Όπως θα ήταν σίγουρα μικρότερη από τον ΠΑΟΚ αν οι Θεσσαλονικείς είχαν έναν κανονικό προπονητή στη θέση του Γκαρσία. Με την επανόρθωση αυτού του λάθους, είναι δεδομένο πως του χρόνου ο ΠΑΟΚ θα έχει λιγότερες γκέλες στο παθητικό του. Και ακόμα πιο λίγες όταν αρχίσει να επιστρέφει ο κόσμος στις εξέδρες: ο Ολυμπιακός έχασε μόλις δυο βαθμούς στο άδειο Καραϊσκάκη (δεν υπολογίζω την εικονική πραγματικότητα των πλέι οφ), ο ΠΑΟΚ δέκα μέσα στην Τούμπα. Που θα ήταν περισσότεροι αν κάποια «εργαλεία» δεν έδειχναν αυταπάρνηση και αποφασιστικότητα…

Η βάση στην κουβέντα μιας τέτοιας ανασκόπησης έχει να κάνει με το αν η χρονιά (του Ολυμπιακού) κρίνεται επιτυχημένη ή όχι. Ένα δεκαήμερο μετά την απώλεια του κυπέλλου, νομίζω ότι ακόμα και οι πιο οργισμένοι είναι πλέον σε θέση να ξαναδούν ψύχραιμα την κατάσταση και να παραδεχτούν ότι οι βασικοί στόχοι επιτεύχθηκαν με άνεση. Με χρονολογική σειρά, η πρόκριση στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ και η κατάκτηση του πρωταθλήματος ουσιαστικά από τον χειμώνα.

Στην Ευρώπη, οι Ερυθρόλευκοι έκαναν το χρέος τους. Απέκλεισαν σχετικά εύκολα έναν αντίπαλο του χεριού τους (Ομόνοια), πήραν το μίνιμουμ ζητούμενο στα έξι ματς του ομίλου (μια νίκη επί της Μαρσέιγ) που παραδόξως αποδείχθηκε αρκετό για την τρίτη θέση και στη συνέχεια πέταξαν έξω την Αϊντχόφεν και αποκλείστηκαν από την Άρσεναλ.

Η πλάστιγγα της… αξιοπρέπειας έγειρε οριστικά υπέρ του Ολυμπιακού στην Ολλανδία. Το γκολ του Χασάν στο 88′ απέτρεψε τόνους γκρίνιας που σε έναν βαθμό θα ήταν δικαιολογημένη. Όχι επειδή είναι κάνα χωριό η PSV (καμία ελληνική ομάδα δεν την είχε αποκλείσει στο παρελθόν), αλλά γιατί καμιά δικαιολογία δεν θα φαινόταν επαρκής σε περίπτωση αποκλεισμού μετά το 4-2 του πρώτου αγώνα.

Έπειτα από την κλήρωση με την Άρσεναλ λοιπόν, φαινόταν ευδιάκριτα το τέλος μιας ακόμη ευρωπαϊκής παρουσίας. Από εδώ και πέρα, μια ενδεχόμενη πρόκριση στα προημιτελικά θα αντιμετωπιστεί ως «στατιστικό λάθος» μετά από τόσες αποτυχημένες απόπειρες, δίχως να εξετάζεται το αν η ευθύνη των αποκλεισμών βαραίνει αποκλειστικά τους Πειραιώτες ή που και που μπαίνει το χεράκι της UEFA. Που μπήκε και πέρυσι με τη Γουλβς, αλλά και φέτος στην καθοριστική φάση του 1-2 στο Καραϊσκάκη…

Ρίχνοντας μια ματιά στην ενδεκάδα του τελευταίου αγώνα της σεζόν, κατά τον οποίο κρίθηκε ένας ολόκληρος τίτλος, προκύπτει η αποδεδειγμένη διαπίστωση που βοηθά να κατανοήσουμε γιατί ο Ολυμπιακός έφτασε εκεί που έφτασε αλλά και γιατί δύσκολα θα μπορούσε να πάει παραπάνω. Από τους παίκτες που αποκτήθηκαν το καλοκαίρι, μόλις τρεις ήταν αρχικό στο σχήμα του τελικού: και ο τρίτος φευγάτος και κατ’ ανάγκη, αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για τον μετριότατο σχεδόν σε κάθε κρίσιμο ματς, Μπρούμα. Οι άλλοι δυο ήταν ο Εμβιλά και ο Χολέμπας που τίμησαν το ψωμάκι τους και με το παραπάνω, κρίνοντας πάντοτε βάσει των προσδοκιών που απέρρεαν από τον καθένα κατά τη στιγμή της απόκτησής του αλλά και τον ρόλο για τον οποίο προοριζόταν.

Θα μπορούσαν να υπάρχουν κάμποσες ικανοποιητικές δικαιολογίες για το χαμηλό ποσοστό «ευστοχίας» στις φετινές μεταγραφές, σχετιζόμενες με τις συνολικές ιδιαιτερότητες της σεζόν. Τα πώς και τα γιατί θα τα αναλύσουν οι υπεύθυνοι. Το σίγουρο είναι πως ο Ολυμπιακός περίμενε μεγαλύτερη βοήθεια από τον Ραφίνια, τον Βινάγκρε, τον Πέπε και τον Τιάγκο Σίλβα, μονάδες στις οποίες στήριζε πολλά ο Πέδρο Μαρτίνς. Όταν λοιπόν δεν σου βγαίνει αυτό που έχεις σχεδιάσει βασισμένος στα πρόσωπα που επέλεξες, είναι λογικό να μην εμφανιστούν και τα ιδανικά αποτελέσματα στον αγωνιστικό χώρο.

Έστω κι έτσι, η διαφορά του Ολυμπιακού από τους άλλους σε ατομικό επίπεδο ήταν ξανά μεγάλη. Ξεκινώντας από το τέρμα και καταλήγοντας στην κορυφή της επίθεσης, οι Ερυθρόλευκοι είχαν την πολυτέλεια να διαθέτουν μονάδες που υπερτερούσαν έναντι των αντιπάλων. Τρανότερη απόδειξη το γεγονός ότι ο σχεδόν… ρεπατζής Φορτούνης έκλεισε το πρωτάθλημα με 9 γκολ και 11 ασίστ: «ρεπατζής» διότι αγωνίστηκε μόλις στο 50% των συνολικών αγωνιστικών λεπτών της Super League. Όπως έπαιξε και ακριβώς στα μισά λεπτά του Champions League αλλά και του Europa, όπου ο αντίκτυπος της παρουσίας του ήταν σαφέστατα μικρότερος.

Με εξαίρεση ένα ντεφορμάρισμα γύρω στον Μάρτιο, ο Ζοσέ Σα ήταν ασυζητητί ο κορυφαίος γκολκίπερ του πρωταθλήματος. Με τα πάνω του και τα κάτω του μπορούμε να πούμε το ίδιο για τον Σεμέδο, ενώ ο Παπασταθόπουλος έκανε αμέσως τη διαφορά από το πρώτο κιόλας ματς. Στον άξονα οι Ερυθρόλευκοι έμοιαζαν πανίσχυροι για τα ελληνικά δεδομένα με Εμβιλά, Καμαρά και Μπουχαλάκη (ο οποίος κέρδισε αρκετούς πόντους κατά τη διάρκεια της σεζόν), ενώ στην κορυφή δεν το συζητάμε καν. Ο Ελ Αραμπί τρύπησε τα δίχτυα, ενώ ο Χασάν έκανε 10 γκολ και 5 ασίστ σε 1.150′ συμμετοχής. Και για να τα λέμε όλα, ο Αιγύπτιος πέτυχε τα δυο σημαντικότερα γκολ της σεζόν στην Ευρώπη: το νικητήριο με τη Μαρσέιγ και το χρυσό της πρόκρισης μέσα στο Αϊντχόφεν. Τύφλα να ‘χουν οι βασικοί δηλαδή…

 

Αν κάπου ζορίστηκαν πραγματικά οι πρωταθλητές φέτος, ήταν στα άκρα τους. Σε άμυνα και επίθεση το πράγμα δεν λειτούργησε όπως θα έπρεπε. Το κενό από την αποχώρηση Τσιμίκα και Ομάρ αποδείχθηκε πολύ μεγάλο και δεν είναι τυχαίο ότι αποκτήθηκαν συνολικά έξι παίκτες για δυο θέσεις και τελικά η μια εξ αυτών καπαρώθηκε στο τέλος από έναν έβδομο (Ανδρούτσος). Πέραν του Χολέμπας που έδωσε και την ψυχή του στα 36 του (και οσονούπω 37), οι Ραφίνια, Βινάγκρε, Λαλά, Ρέαμπτσιουκ και Ντρέγκερ δεν κατάφεραν σε καμία περίπτωση να θυμίσουν αυτούς που κλήθηκαν να αντικαταστήσουν. Κι αν για τον Τσιμίκα ήταν αδύνατη παραμονή, για την περίπτωση του άτυχου Ελαμπντελαουί μπορεί να γίνει μεγάλη κουβέντα.

Από το κέντρο και μπροστά, αν κάποιος ακραίος έσωσε την παρτίδα και για τους υπόλοιπους, αυτός ήταν ο σίγουρα ο Γιώργος Μασούρας. Χρειάστηκε βεβαίως να φτάσουμε στα πλέι οφ για να κερδίσει τελεσίδικα τις εντυπώσεις, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή τα επτά γκολ της κανονικής περιόδου ήταν στην πλειοψηφία τους «αδιάφορα»: ένα στο 0-6 της Λαμίας, ένα στο 4-1 επί του Βόλου, άλλο ένα στο 5-1 με την ΑΕΛ, δυο στην πρεμιέρα με τον Αστέρα Τρίπολης και δυο στα δυο ματς με τον ΟΦΗ. Το εντυπωσιακό είναι πως μονάχα μια φορά πέτυχε το πρώτο γκολ, ισοφαρίζοντας τον Βόλο. Έχασε αρκετές μεγάλες ευκαιρίες, με αποκορύφωμα εκείνη που έκοψε το αήττητο στη Λεωφόρο.

Στα πλέι οφ πάλι, ήταν μεταμορφωμένος. Ίσως να τον βοήθησε και το γεγονός πως όλοι ήταν πιο χαλαροί και η πίεση της νίκης ήταν σαφώς μικρότερη με τη διαφορά να έχει φτάσει στα ουράνια. Κι έτσι, κατάφερε να σκοράρει έξι φορές, δυο εξ αυτών στο 1-4 της Λεωφόρου. Στον τελικό ήταν μετριότατος, ενώ η προσφορά του ήταν ελάχιστη και στον όμιλο του Champions League. Αντιθέτως, ήταν σαφώς καλύτερος κόντρα σε Αϊντχόφεν (ένα γκολ) και Άρσεναλ (ασίστ στο Λονδίνο).

 

Όλα δείχνουν ότι μπαίνουμε σε ένα καλοκαίρι με αρκετό πήγαινε – έλα. Ο Ολυμπιακός πήρε ήδη έναν φορ (Τικίνιο), έχει στο πλάνο την απόκτηση δυο εξτρέμ και όπως όλα δείχνουν θα πάει για τουλάχιστον ένα μπακ και μίνιμουμ ένα στόπερ ειδικά αν στηθεί η ομάδα για 3-4-3. Και εννοείται πως κάθε αποχώρηση θα ανοίγει την πόρτα για ακόμα μια άφιξη. Επίσης, υπάρχει μια παράμετρος που δε γίνεται να αγνοηθεί. Τον χειμώνα έχει Κόπα Άφρικα και αυτό σημαίνει πως πέραν των Ελ Αραμπί και Χασάν, ο Μαρτίνς δεν θα μπορεί να υπολογίζει και στους Σισέ, Μπα, όπως και στον Καμαρά, αν παραμείνει στο ρόστερ.

Όπως αντιλαμβάνεστε, θα χρειαστούν κινήσεις χειρουργικής ακριβείας ώστε να μην παρατηρηθεί λειψανδρία στο συγκεκριμένο διάστημα, η οποία θα μπορούσε να κοστίσει πολύ αγωνιστικά. Συνεπώς, η… υποψία παραχώρησης κάποιων Αφρικανών υπό αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να είναι αμελητέα. Κάπου μέσα σε όλα αυτά συνυπολογίστε την απαραίτητη διαχείριση που θα πρέπει να γίνει με την περίπτωση του Σωκράτη Παπασταθόπουλου, ώστε να ελαχιστοποιηθεί η πιθανότητα μικροτραυματισμών.

Συμπεραίνοντας από τα… συμφραζόμενα, καθίσταται σαφές ότι κάτι «παίζει» με το τέρμα. Από τη στιγμή που τα εντονότατα σενάρια για Μπουφόν δεν έχουν διαψευστεί, αυτό σημαίνει πως μόνο σίγουρος δεν θα πρέπει να θεωρείται για του χρόνου ο Ζοσέ Σα. Διότι πιθανότητα συνύπαρξης των δυο ασφαλώς δεν υφίσταται: θα αφήσεις τον επί τριετία βασικό σου τερματοφύλακα στον πάγκο για να παίξει ένα χρόνο ο Μπουφόν ή μήπως θα έχεις αναπληρωματικό τον Τζίτζι που έφυγε από τη Γιουβέντους για να πάει κάπου που θα παίζει; Και να μην κάτσει όμως η περίπτωση Μπουφόν, από τις προθέσεις και μόνο συνάγεται ότι υπάρχει ενδεχόμενο αποχώρησης του Πορτογάλου.

Μέσα σε όλη αυτή την ιστορία υπάρχει μια σταθερά. Η παρουσία του Πέδρο Μαρτίνς. Η ερυθρόλευκη τεχνογνωσία του Profesor αποτελεί εγγύηση για μια ομαλή μετάβαση από τη σεζόν που έληξε σε αυτή που έρχεται, ανεξαρτήτως προσώπων. Η οποία θα είναι σαφώς πιο ζόρικη από την περσινή, αφού όλα δείχνουν πως απέναντι θα υπάρχει ένας ανταγωνιστικότερος ή τέλος πάντων ένας πιο «κωλοπετσωμένος» ΠΑΟΚ, αν μου επιτρέπετε την έκφραση.

Η τέταρτη σεζόν του Πορτογάλου τεχνικού στο Λιμάνι θα είναι και η πιο καθοριστική, πέρα από ιστορική. Καταρχάς, εφόσον την ολοκληρώσει θα έχει ξεπεράσει το σερί παραμονής του Μπάγεβιτς και θα έχει ισοφαρίσει το απόλυτο ρεκόρ, εκείνο των Χέλμηδων από τη δεκαετία του ’50 (1950 – 1954). Τι θα «καθορίσει» η επόμενη σεζόν; Το αν ο Ολυμπιακός θα καταφέρει να φανεί περισσότερο ανταγωνιστικός στην Ευρώπη, σπάζοντας επιτέλους το ταμπού μιας παρουσίας έστω σε προημιτελική φάση (του Europa League προφανώς). Με δεδομένο ότι εντός συνόρων δεν έχει να αποδείξει τίποτε άλλο ο Μαρτίνς, η οριστική απάντηση για το αν τελικά είναι αυτός ο Special One του Ολυμπιακού θα δοθεί στο τέλος της ευρωπαϊκής παρουσίας των Πειραιωτών και με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι το 47ο θα βρίσκεται στο Καραϊσκάκη.

Μια γεμάτη τετραετία θα είναι, νομίζω, ένα επαρκέστατο χρονικό διάστημα ώστε να εξαχθούν οριστικά και αμετάκλητα συμπεράσματα σχετικά με το που βρίσκεται το ταβάνι του σενιόρ Πέδρο στον Ολυμπιακό. Στη σεζόν που πέρασε για παράδειγμα, ουδείς σκεπτόμενος άνθρωπος είχε απαίτηση για υπερβάσεις: το αποκλειστικό ζητούμενο ήταν η καλύτερη δυνατή διαχείριση ώστε να διασφαλιστεί το πρωτάθλημα αλλά και οι βασικοί ευρωπαϊκοί στόχοι που εξασφάλισαν στους Ερυθρόλευκους περίπου 38 εκ. ευρώ.

Όλοι στον Ολυμπιακό γι’ αυτή την περιβόητη υπέρβαση μιλούν εδώ και χρόνια. Ο Κριστιάν Καρεμπέ όπου σταθεί κι όπου βρεθεί μιλά για το όνειρο ενός ευρωπαϊκού τελικού, ενώ και ο Μαρτίνς έχει κάνει σχετικές αναφορές, έστω και με μεγαλύτερο… τακτ. Στη συνέντευξή του στη Nova βέβαια, φρόντισε να δείξει με το χέρι του πόσο χαμηλότερα βρίσκεται ο Ολυμπιακός σε σχέση με τα κλαμπ που πρωταγωνιστούν στην Ευρώπη, ωστόσο η πίστη υπάρχει. Η χρονιά που έρχεται λοιπόν είναι κομβική για όλους. Μια φλατ εξέλιξη (με συγκομιδή αντίστοιχη της φετινής) δεν θα αφήνει περιθώρια για περαιτέρω αισιοδοξία, ενώ μια αναπάντεχη επιτυχία θα δώσει στον Πέδρο το εισιτήριο για να κάνει το άλμα σε μια σημαντική δύναμη ενός κορυφαίου πρωταθλήματος, πέραν ασφαλώς της αιώνιας αναγνώρισης που θα έχει εξασφαλίσει στη μεγαλύτερη ομάδα της χώρας.

Το πόσο ζόρικο καράβι είναι οι Πειραιώτες το γνωρίζουν όλοι. Και το ότι ο Μαρτίνς διεκδικεί την ισοφάριση του ρεκόρ του μακροβιότερου προπονητή στην ιστορία του Ολυμπιακού, μαρτυρά από μόνο του τον βαθμό επιτυχίας του στο ερυθρόλευκο… Survivor. Ταυτόχρονα όμως μαρτυρά και την ωρίμανση του οργανισμού που δεν επέτρεψε στον εαυτό του να λειτουργήσει σπασμωδικά στις – κάμποσες είναι η αλήθεια – αφορμές που δόθηκαν κατά την πρώτη σεζόν του Πορτογάλου στο Καραϊσκάκη. Μακάρι αυτή η υπομονή να έχει γίνει πλέον κτήμα των ανθρώπων του Ολυμπιακού και σιγά – σιγά η συγκεκριμένη αρετή να περάσει και στους οπαδούς…

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Θα του μείνει αιώνια η ρετσινιά της απαξίωσης του Φορτούνη. Αυτό δεν πρόκειται να του συγχωρεθεί ποτέ, Γιώργο , όσο κι αν προσπαθείτε να το φτιασιδώσετε όλοι οι δημοσιογραφοι( με η χωρίς εισαγωγικά). Ο λαός του Ολυμπιακού (και δεν μιλάω για τους πληρωμένους εγκάθετους της εκάστοτε διοίκησης) δεν ξεχνάει ποτέ. Και η κρίση του είναι πάντα δίκαιη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

ΑΠΟΨΗ

Γουόκαπ: Πολυδιάστατος και με… κρύο αίμα!

Ο Παναγιώτης Γκαραγκάνης γράφει για την πρώτη μεγάλη μεταγραφή του Ολυμπιακού, που έκανε «ένεση» ποιότητας και αναβάθμισης στο έμψυχο δυναμικό του, αποκτώντας έναν πόιντ γκαρντ, ο οποίος κάνει πολλές δουλειές, πολύ καλά!
- Advertisement -