More

    Τα αποτελέσματα, η κακή εικόνα και η «μεγάλη εικόνα»

    Ο Γιώργος Χαλάς κάνει τον απολογισμό της ερυθρόλευκης παρουσίας στο Champions League, αξιολογεί τις εκάστοτε δικαιολογίες και υπενθυμίζει ποιοι είναι οι πραγματικοί στόχοι του Ολυμπιακού

    ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ

    Ένα ποστ μου στο facebook για την κάκιστη εικόνα του Ολυμπιακού κόντρα στην Πόρτο που μου θύμισε εποχή Σόλιντ, έγινε αφορμή για να προκύψουν κάποιες σχετικά λίγες διαφωνίες και κάποιες ακόμη λιγότερες «παραφωνίες» παρεκτροπής, από τύπους που προφανώς δεν με ξέρουν καθόλου καλά. Διότι αν με ήξεραν έστω και ελάχιστα, θα γνώριζαν ότι είναι αδύνατο να με πατρονάρουν και να με χειραγωγήσουν με μια επιθετική μαλακιούλα που θα γράψουν στον τοίχο μου, πόσο (και όχι πόσω…) μάλλον να με τραμπουκίσουν. Ιντερνετικά και όχι μόνο…

    Προτού λοιπόν, μπούμε στην ουσία, οφείλω να διευκρινίσω ότι το συγκεκριμένο ποστ δε γράφτηκε «εν βρασμώ ψυχής» όπως ίσως ήθελαν να πιστεύουν κάποιοι. Μετά από μακρά εμπειρία στα social media, δεν επιτρέπω στον εαυτό μου να γράψει κάτι που θα μπορούσε να μετανιώσει αργότερα.

     

    Τι ήταν αυτό λοιπόν, που έφερε στη μνήμη του τον Σόλιντ και όχι κάποιον άλλον στη συγκεκριμένη – επαναλαμβάνω – βραδιά; Σχεδόν σε όλες τις συμμετοχές του στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ, ο Ολυμπιακός παίζει για κάτι την τελευταία αγωνιστική. Και κατά κανόνα, αυτό το κάτι κρίνεται στην έδρα του, μετά το σημαδιακό (για τη Λίβερπουλ) ματς στο Άνφιλντ το 2004. Μοναδική περίσταση την τελευταία 15ετία που δεν κρινόταν τίποτα ήταν αυτή της καταστροφικής σεζόν που ξεκίνησε με τον Χάσι στον πάγκο: τελευταία αγωνιστική με τη Γιουβέντους όλοι περίμεναν πώς και πώς να τελειώσει το μαρτύριο και να στραφεί το βάρος στο πρωτάθλημα. Το οποίο τινάχτηκε στον αέρα με την πρόσληψη του απίθανου Γκαρθία, του μοναδικού Καταλανού που θέλει να προφέρεται το όνομά του με το καστιγιάνικο «θ»…

    Από το 2006 κι έπειτα, ο Ολυμπιακός έχει αποτύχει μόλις δυο φορές να πάρει το αποτέλεσμα που θέλει στην τελευταία αγωνιστική, ασχέτως του τι συνέβη στα άλλα ματς και αν αυτό ήταν αρκετό ή όχι για την επίτευξη του στόχου. Η πρώτη ήταν το 2006 όταν ήθελε νίκη κόντρα στη Σαχτάρ για να συνεχίσει στο τότε ΟΥΕΦΑ ως τρίτος και η δεύτερη το 2015 που πήγαινε για τρία (και κάτι) αποτελέσματα κόντρα στην Άρσεναλ, για να χάσει με το βαρύ 0-3 από το χατ τρικ του Ζιρού.

     

    Κόντρα στην Άρσεναλ οι Πειραιώτες έδειχναν το ίδιο ανήμποροι με το βράδυ της Τετάρτης. Η διαφορά είναι πως απέναντί τους είχαν μια πολύ μεγάλη ομάδα, η οποία δεν είχε αποκλειστεί ποτέ από τη φάση των ομίλων του Champions League και έπαιζε την ύπαρξή της. Εκείνη τη βραδιά όμως, δε νοούταν να υπάρχει οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα πέραν της απλής στενοχώριας για μια υπέρβαση που έμεινε μισή. Ο Ολυμπιακός είχε ξεκινήσει με 17 νίκες στη Super League και στην Ευρώπη είχε νικήσει μέσα σε Έμιρεϊτς και Ζάγκρεμπ, φτάνοντας ως τον «τελικό» της τελευταίας αγωνιστικής.

    Τι μας έμεινε; Εκείνο το 2-2 με τη Σαχτάρ που ουσιαστικά αποτέλεσε τον επίλογο της παρουσίας του Τροντ Σόλιντ στην ομάδα. Μπορεί οι ίδιοι ακριβώς παίκτες να έκαναν πάρτι στο πρωτάθλημα, στην Ευρώπη όμως είχαν εντελώς λανθασμένη προσέγγιση και για δυο σεζόν τα αποτελέσματα μιλούσαν από μόνα τους. Η διαφορά εκείνου του Ολυμπιακός – Σαχτάρ με το προχθεσινό ματς, ήταν πως τότε ο αντίπαλος δεν ήταν αδιάφορος βαθμολογικά. Αντίθετα, η Πόρτο παρατάχθηκε με πολλές αλλαγές και χωρίς το παραμικρό άγχος για το αποτέλεσμα. Ακόμα κι έτσι, οι Ερυθρόλευκοι ήταν πολύ κατώτεροι των προσδοκιών. Να με συμπαθάτε λοιπόν, που η χθεσινή βραδιά με ταξίδεψε 14 χρόνια πίσω…

    Τις ώρες που οι περισσότεροι έλεγαν και έγραφαν ότι «ο Ολυμπιακός μπορεί», «έχει μεγάλη ευκαιρία» και διάφορα τέτοια, εξηγούσα σε ένα ολόκληρο ΕΥΘΕΩΣ ότι οποιοδήποτε πλασάρισμα πλην της τέταρτης θέσης θα συνιστά επιτυχία και ότι κόντρα σε μια Σίτι, μια Πόρτο και μια Μαρσέιγ, ο Ολυμπιακός θα ξεκινά πάντοτε με τις λιγότερες πιθανότητες. Το στενόχωρο στην όλη υπόθεση είναι πως πρώτος ο προπονητής των Πειραιωτών έθρεψε μεγάλες προσδοκίες, δηλώνοντας ότι η Σίτι είναι το φαβορί και ότι οι άλλες τρεις ομάδες θα διεκδικήσουν ισάξια τη δεύτερη θέση.

    «Έλα μωρέ, ποια Πόρτο;»: Από τα καφενεία στη δημοσιογραφία, ένα δισ. δρόμος

    Καταρχάς, η συγκεκριμένη τοποθέτηση είναι επικοινωνιακά λανθασμένη για τον προφανή λόγο πως μπορεί κάλλιστα να γυρίσει μπούμερανγκ σε περίπτωση «αποτυχίας». Έπειτα, είναι και ποδοσφαιρικά λανθασμένη για λόγους που είχα εξηγήσει στο προαναφερθέν ΕΥΘΕΩΣ και που θεωρώ αυτονόητους. Όταν είσαι μια ομάδα που εδώ και χρόνια η μεταγραφική λίστα σου περιλαμβάνει και παίκτες που κόπηκαν από το ρόστερ της Πόρτο (και της Μπενφίκα) ή που αγωνίζονται δανεικοί σε μικρότερες ομάδες της Πορτογαλίας, δεν είναι δυνατόν να μεγαλοπιάνεσαι ως ισοϋψής της. Πρώτον επειδή δεν είσαι και δεύτερον επειδή με αυτόν τον τρόπο μειώνεις την αξία μιας ενδεχόμενης επιτυχίας σου σε βάρος της.

    Να έχεις «ισάξιες πιθανότητες» με τη Μαρσέιγ μήπως; Από πού κι ως που; Μιλάμε για την ομάδα που όταν είχε στο ρόστερ της τον τωρινό 36χρονο μαέστρο σου, αυτός έπαιζε στην εθνική Γαλλίας και κόστιζε εκείνη την εποχή όσο η μισή ενδεκάδα σου. Αλήθεια τώρα, μπορούσε κάποιος να φανταστεί τον 27χρονο Βαλμπουενά στον Ολυμπιακό; Ή να έχει έναν Παγιέ, έναν Τοβέν και δε συμμαζεύεται;

    Προσέξτε τώρα. Τα παραπάνω δε σημαίνουν ότι είσαι χαμένος από χέρι, αλίμονο. Απλώς καταδεικνύουν την αφετηρία από την οποία ξεκινά ο καθένας και την απόσταση που καλούνται να καλύψουν οι Πειραιώτες προκειμένου να φτάσουν σε αυτό το επίπεδο. Η Μαρσέιγ προερχόταν από 13 σερί ήττες μέχρι να σπάσει το ρόδι κόντρα στον Ολυμπιακό. Από ποιους όμως είχαν ηττηθεί οι Μασσαλοί; Μια από την Ίντερ, δυο από την Μπάγερν, δυο από την Ντόρτμουντ, δυο από την Άρσεναλ, δυο από τη Νάπολι, δυο από την Πόρτο, μια από τη Σίτι και άλλη μια στο Καραϊσκάκη. Με άλλα λόγια, η μοναδική ήττα της Μαρσέιγ από «κατώτερο» αντίπαλο ήταν στην άδεια έδρα των νταμπλούχων Ελλάδας.

     

    Όσο για το πώς έσπασε αυτή η κατάρα των 13 αγώνων, το είδαμε όλοι. Δίχως ο Ολυμπιακός να παίζει μπαλάρα, τουλάχιστον τον βαθμό φαινόταν ότι θα τον πάρει στο Βελοντρόμ. Μέχρι που καθάρισε ο Χιλ Μανθάνο. Κάπως έτσι φτάσαμε στην τελευταία αγωνιστική με τη Μαρσέιγ να αναζητά υπέρβαση κόντρα στη Σίτι, αλλά να μη γλιτώνει τελικά τη βαριά ήττα.

    Το ρεζουμέ της ιστορίας είναι πως αφού ο Ολυμπιακός πέτυχε εκείνο το χρυσό γκολ του Χασάν στις καθυστερήσεις, πήρε δικαιότατα το εισιτήριο για το Europa League. Και παρότι ήταν από μέτριος ως κακός συνολικά στα ματς του ομίλου, έχει κάθε δικαίωμα να νιώθει διαιτητικά αδικημένος σε δυο παιχνίδια. Τίποτε από όλα αυτά όμως δεν αναιρεί το γεγονός πως σε ένα ματς που το μίνιμουμ ζητούμενο ήταν ο βαθμός, οι Πειραιώτες έχασαν με κάτω τα χέρια από την Πόρτο των πολλών αναπληρωματικών (που όμως παραμένουν ανώτεροι από τον μέσο όρο των παικτών του ερυθρόλευκου ρόστερ). Ήταν η εικόνα αυτή που ενόχλησε πολλούς (ανάμεσα σε αυτούς και μένα) και όχι το αποτέλεσμα που έτσι κι αλλιώς δεν κόστισε.

    Το τελευταίο ποστ της βραδιάς (μια και το ρίξαμε στα social) έλεγε πως σε κάτι τέτοιες στιγμές, ο πιο στενοχωρημένος απ’ όλους είναι αυτός που πληρώνει. Θεωρούσα αδύνατο ο γεννημένος Ολυμπιακός Βαγγέλης Μαρινάκης να ήταν ικανοποιημένος από αυτό που είδε, ανεξάρτητα από το ότι η ομάδα του έβαλε από κάτω έναν ισχυρότερο αντίπαλο όπως η Μαρσέιγ, πετυχαίνοντας τον βασικό της στόχο. Και απ’ ό,τι διάβασα σήμερα, ο Μαρινάκης μόνο… ενθουσιασμένος δεν ήταν από την εικόνα. Το «αποτέλεσμα», δηλαδή η κατάκτηση της 3ης θέσης είναι κάτι άλλο. Αυτό που μένει και που δεν το σβήνει η χειρότερη φετινή εμφάνιση του Ολυμπιακού στην Ευρώπη…

    Ολυμπιακός: Δυσαρέσκεια Μαρινάκη για την εικόνα απέναντι στην Πόρτο

    Επειδή λόγω ιδιότητας δεν έχω τη δυνατότητα να αλλάζω απόψεις κάθε βδομάδα, ακόμα και κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, κυρίως όμως επειδή σέβομαι τον εαυτό μου και αυτούς που με διαβάζουν, οφείλω να βλέπω λίγο πιο μπροστά και να προσπαθώ να καταγράφω νωρίτερα αυτά που οι περισσότεροι θα διαπιστώσουν αργότερα. Κάποιοι φίλοι στο facebook θυμήθηκαν ένα ποστ για τον Βινάγκρε από τη μέρα που ανακοινώθηκε, το οποίο δεν ήταν στον πανηγυρικό τόνο των υπολοίπων, δημοσιογράφων ή απλών οπαδών. Είχα γράψει τότε πως τουλάχιστον στα 152 λεπτά που έπαιξε κόντρα στον Ολυμπιακό δε μου είχε κάνει την παραμικρή εντύπωση και πως μάλλον είναι υπερβολικά τα περί «βόμβας» κλπ που πλέον γράφονται σχεδόν σε κάθε μεταγραφή. Συνιστούσα εγκράτεια και υπομονή μέχρι να δούμε τι ψάρια πιάνει. Κι αν είναι πολλά (τα ψάρια), τον αποθεώνουμε…

    Για τον όμιλο λοιπόν, τα είχαμε πει από την κλήρωση. Αποδείχτηκε τελικά ότι ήταν πιο εύκολη η τρίτη θέση απ’ ό,τι νόμιζα. Δυο γκολ έβαλε όλα κι όλα ο Ολυμπιακός, αλλά και τα δυο έπιασαν τόπο. Το ένα ήταν νικητήριο, το άλλο αυτό που έδωσε το πλεονέκτημα στην ισοβαθμία με τη Μαρσέιγ. Για μια ομάδα που είχε ψωμοτύρι τους αποκλεισμούς με εννιά, ακόμα και με δέκα βαθμούς, μια τρίτη θέση με τρεις μοιάζει σα να επιστράφηκε ένα μέρος από τα… κλεμμένα.

    Πίσω από την κακή εικόνα με την οποία έκλεισε το Τσάμπιονς Λιγκ για τους Ερυθρόλευκους, υπάρχει η λεγόμενη «μεγάλη εικόνα». Αυτή που λέει πως σε μια τόσο περίεργη σεζόν (για όλες τις ομάδες της Ευρώπης που έπαιζαν αγώνες στο κατακαλόκαιρο) ήταν πολύ λογικό να προκύψουν λάθη. Λάθη στον σχεδιασμό, λάθη στις επιλογές αρκετών παικτών, καθυστερήσεις στην υλοποίηση των μεταγραφών.

    Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές, αλλά νομίζω πως ακόμα και οι πρωταγωνιστές θα επικαλούνταν λιγότερες από αυτές που αναφέρουν κάποιοι οπαδοί. Όπως ότι «παίζουν ενάμισι χρόνο σερί». Ίσα – ίσα, η διακοπή δραστηριότητας που μεσολάβησε είναι η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ποδοσφαιρική ιστορία. Για σχεδόν ένα τρίμηνο απαγορεύονταν ακόμα και οι ομαδικές προπονήσεις.

    Στην επίκληση της έλλειψης προετοιμασίας υπάρχει σαφώς μεγαλύτερη βάση, ωστόσο αυτή ισχύει σχεδόν για όλους. Πλην των Γάλλων που διέκοψαν οριστικά το πρωτάθλημά τους τον Μάρτιο. Θέλετε να δούμε τη μέχρι τώρα πορεία των γαλλικών ομάδων που έκαναν κανονική προετοιμασία και είχαν πολύ χρόνο στη διάθεσή τους;

    Στο Europa League, η Ρεμς αποκλείστηκε στα πλέι οφ από τη Φέχερβαρ, η Νις τερμάτισε τελευταία στον όμιλο (με Λεβερκούζεν, Σλάβια Πράγας και Χάποελ Μπερ Σεβά!), ενώ η ομαδάρα Λιλ προκρίθηκε δεύτερη, πίσω από τη Μίλαν που δίνει όλο το βάρος στη Serie A. Όσο για το Champions League, τα λόγια είναι περιττά. Η Ρεν πήρε έναν βαθμό όλο κι όλο, η Μαρσέιγ τρεις και η Παρί προκρίθηκε επειδή έπιασε κορόιδο τη χαζοβιόλα Γιουνάιτεντ του δύστυχου Σόλσκιερ. Με μια απλή ισοπαλία στο Ολντ Τράφορντ, οι Παριζιάνοι θα έβλεπαν τα ραδίκια ανάποδα και θα ολοκλήρωναν το φετινό γαλλικό δράμα.

    Στον ομαδικό αθλητισμό είναι σαφώς προτιμότερο να έχεις παίξει περισσότερα ματς παρά λιγότερα. Διότι από ένα σημείο κι έπειτα ο ρυθμός είναι πιο σημαντικός από την ενδεχόμενη κόπωση. Το φετινό παράδειγμα των Γάλλων το αποδεικνύει περίτρανα, οπότε να τελειώνουμε με αυτή τη δικαιολογία.

    Δεν είναι κακό να μη σου βγαίνει μια σεζόν όπως τη θες. Ειδικά όταν έχει τόσες ιδιαιτερότητες σαν τη φετινή. Οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί σύλλογοι κλήθηκαν να διαχειριστούν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Ήταν δεδομένο πως λίγοι θα τα κατάφερναν. Συνεπώς, κανείς δεν θα πέσει να πεθάνει επειδή ο Ολυμπιακός βγήκε τρίτος σε έναν όμιλο που ήταν καθαρά τέταρτος βάσει θεωρητικής δυναμικότητας και αξίας. Ούτε και βλάπτει κανέναν η διαπίστωση πως στο τελευταίο ματς η εικόνα του ήταν κάκιστη.

    Εκείνο που θα μετρήσει στο τέλος είναι αυτό που μετράει πάντα. Το πρωτάθλημα. Σε αυτή την κούρσα λοιπόν, οι όροι εκκίνησης ήταν διαφορετικοί απ’ ό,τι στο Τσάμπιονς Λιγκ διότι ο Ολυμπιακός ξεκίνησε πολύ πιο μπροστά από τους υπόλοιπους. Ως νταμπλούχος, αλλά περισσότερο ως η ομάδα με το μακράν καλύτερο υλικό και με 30τόσα εκ. στην τσέπη παραπάνω από τους υπόλοιπους. Όσο κι αν προσπαθεί η εξυγίανση να μειώσει τις αποστάσεις, αυτές θα εξανεμιστούν μόνο αν το επιτρέψουν οι Ερυθρόλευκοι.

    Αν για παράδειγμα αυτή η ΑΕΚ δεν χάσει καθαρά στο Καραϊσκάκη κι αν αργότερα αυτός ο ΠΑΟΚ απειλήσει σοβαρά τον Ολυμπιακό, εκεί θα συζητήσουμε όντως για πρόβλημα. Είναι δεδομένο πως ο φετινός Θρύλος δεν μπορεί να παίξει το καλό ποδόσφαιρο των δυο προηγούμενων ετών για λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω και άλλους που θα αναλυθούν όταν έρθει η ώρα. Σε μια σεζόν όμως που το ζητούμενο είναι η διατήρηση των κεκτημένων, μια απώλεια του τίτλου θα ισοδυναμούσε με παταγώδη αποτυχία. Όλα τα υπόλοιπα φτιάχνονται και θα φτιαχτούν στην ώρα τους…

    ΥΓ. Θεωρώ πως δεν υπάρχει άνθρωπος που να έχει ζημιωθεί περισσότερο για τη στήριξή του στον Βαγγέλη Μαρινάκη από μένα. Οι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντός μου γνωρίζουν πολύ καλά το γιατί, χρόνια πριν αυτή η στήριξη γίνει αιτία (ή αφορμή) για να χάσω τη δουλειά μου. Όσο όμως θα είναι ο επικεφαλής της ΠΑΕ που πασχίζει για το καλό του συλλόγου, θα συνεχίζω να τον στηρίζω και να θεωρώ ευλογία την παρουσία του στον Ολυμπιακό. Κι ας εξακολουθώ να ζημιώνομαι…

    ΥΓ 2. Να θυμάστε πάντα τη διαφορά ανάμεσα στην κριτική και την ισοπέδωση. Η πρώτη είναι πάντα απαραίτητη, ειδικά όταν είσαι κορυφαίος σύλλογος και θέλεις να παραμείνεις τέτοιος. Η δεύτερη είναι η πιο ασφαλής λύση για την καταστροφή. Η δουλειά του οπαδού είναι να παραμένει πιστός και να στηρίζει την ομάδα του ό,τι κι αν γίνει, δείχνοντας ακόμα και τη δυσαρέσκειά του όποτε χρειάζεται. Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι λίγο πιο περίπλοκη. Πιστέψτε με, είναι ελάχιστες οι υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει ένας δημοσιογράφος, όταν την ώρα της δουλειάς του κυριαρχεί μέσα του το οπαδικό συναίσθημα και όχι ο επαγγελματισμός…

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here

    ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

    ΑΠΟΨΗ

    O ορισμός της «πολυφωνίας» στο κανάλι του Ιβάν Σαββίδη…

    Έτσι «ονειρευόμαστε» την «πολυφωνία» στην ενημέρωση. Έτσι είναι ο ιδανικός πλουραλισμός! Ο Insider του FWS αναλύει...